Την Εταιρεία μας έχουν απασχολήσει υποθέσεις ποινικής ευθύνης νομίμων εκπροσώπων ανώνυμης εταιρείας, μελών του διοικητικού της συμβουλίου (Δ.Σ.), ακόμα δε και ολόκληρου του Δ.Σ., σε περιπτώσεις όπου εκ μέρους της εταιρείας έχουν διαπραχθεί αξιόποινες πράξεις σε βάρος του Δημοσίου και των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης.

Με αφορμή λοιπόν μια ενδιαφέρουσα μελέτη, θα επιχειρήσουμε να ενημερώσουμε όσους ασχολούνται με τις επιχειρήσεις και ειδικότερα όσους έχουν, διοικούν ή εργάζονται σε ανώνυμες εταιρείες, για αυτό το πολύπλοκο -νομικά αλλά και ουσιαστικά- θέμα, μέσα από 6 απλές ερωτήσεις-απαντήσεις:

1. Όταν προκύπτουν εκ μέρους ανώνυμης εταιρείας αξιόποινες πράξεις έναντι του Δημοσίου και των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης ποιος ευθύνεται ποινικά; η εταιρεία ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι της;

Σύμφωνα με το Δίκαιο μας, την ποινική ευθύνη των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών, και μάλιστα ως ΑΥΤΟΥΡΓΟΙ, φέρουν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της, τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι, διοικητές, εντεταλμένοι σύμβουλοι, γενικοί διευθυντές, διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο που εντέλλεται, είτε από εταιρική σύμβαση είτε από δικαστική απόφαση, στην διοίκηση και διαχείριση της ανώνυμης εταιρείας. Σε περίπτωση που τα πρόσωπα αυτά ελλείπουν, τότε, ευθύνονται όλα τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου. Επί αλλοδαπών εταιρειών, ευθύνονται οι διευθυντές, οι αντιπρόσωποι, και οι πράκτορες τους στην χώρα μας.

2Ποιες είναι οι αξιόποινες πράξεις μιας ανώνυμης εταιρείας έναντι του Δημοσίου και Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης και πώς ρυθμίζονται αυτές;

Οι αξιόποινες πράξεις, αυτές δηλαδή που εκδικάζονται από τα ποινικά δικαστήρια της χώρας και επισύρουν ποινές, είτε χρηματικές είτε (και) στερητικές της ελευθερίας (φυλάκιση) εξαγοράσιμες ή μη, προβλέπονται σε πληθώρα ειδικών ποινικών νόμων. Δυστυχώς, οι νόμοι αυτοί είναι κατάσπαρτοι, νομικά κακότεχνοι, ασαφείς και αντικρουόμενοι και μεταξύ τους και με το βασικό ποινικό μας νομοθέτημα, τον Ποινικό Κώδικα, στον οποίο ΔΕΝ είναι ενταγμένοι, όπως θα έπρεπε.
Βασικό τους χαρακτηριστικό είναι ο εισπρακτικός χαρακτήρας και όχι της νουθεσίας και της αποτροπής αντίστοιχων παραβάσεων στο μέλλον, όπως επιβάλλεται σε ένα Κράτος Δικαίου, Εμπιστοσύνης στην Δικαιοσύνη και Ασφάλειας των Συναλλαγών:

  • Ν. 1608/1950: το πιο χαρακτηριστικό νομοθέτημα:
    Εάν ορισμένα εγκλήματα που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα (κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας του Δημοσίου) πλήξουν –ή ΑΠΕΙΛΟΥΝ να πλήξουν – την δημόσια περιουσία, τότε, επιβάλλονται μια σειρά από (εξοντωτικές) ποινές στους εκπροσώπους της ανώνυμης, που φτάνουν μέχρι και την ισόβια κάθειρξη.
    Παρατήρηση: Δεδομένου ότι όλα τα εγκλήματα κατά του Δημοσίου, όσο βαριά και αν είναι, είναι ΠΑΝΤΑ οικονομικού χαρακτήρα, δεν μπορεί να έχουν την ίδια ποινική αντιμετώπιση, ως προς την ποινή, σε σχέση με τα εγκλήματα κατά της ζωής, π.χ. (όπως της ανθρωποκτονίας) ή της εσχάτης προδοσίας ή των ναρκωτικών κλπ. Πολλώ δεν μάλλον, όταν, όχι μόνο δεν έχουν διαπραχθεί, αλλά απειλήθηκε να διαπραχθούν. Κατά κατάφωρη συνταγματική παραβίαση, ο συγκεκριμένος νόμος θεωρεί –και τιμωρεί-την απειληθείσα πράξη ως τελεσθείσα και όχι ως απόπειρα.
    (Σημ: στο Ποινικό Δίκαιο, κάθε παραβατική συμπεριφορά, ανεξαρτήτως σπουδαιότητος, χαρακτηρίζεται ως έγκλημα, και όχι μόνο η ανθρωποκτονία, όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε)
  • Ν.4174/2013:
    Αξιόποινες πράξεις κατά τον νόμο αυτό είναι:
    –  η φοροδιαφυγή στο εισόδημα ανώνυμης εταιρείας και στη φορολογία ακινήτων της
    –  η φοροδιαφυγή στον ΦΠΑ και λοιπούς παρακρατούμενους φόρους και εισφορές
    – παραβάσεις φορολογικών στοιχείων (φοροδιαφυγή από πλαστά/εικονικά/νοθευμένα φορολ. στοιχεία). Εάν ο οφειλόμενος φόρος υπερβαίνει ανά διαχειριστικό έτος €150.000, το αδίκημα έχει κακουργηματικό χαρακτήρα (κάθειρξη 5-10 έτη) –ειδικά επί ΦΠΑ αν είναι ανώτερος των €100.000- επί δε φοροδιαφυγής πλαστών, εικονικών αν η συνολική αξία τους υπερβαίνει τα €200.000.
  • Ν.1882/1990:
    Η μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο για διάστημα άνω των 4 μηνών, τα οποία υπερβαίνουν τις €100.000 είναι αξιόποινη πράξη. Η ποινή κλιμακώνεται ανάλογα με το ύψος του χρέους: φυλάκιση ενός τουλάχιστον έτους αν το σύνολο υπερβαίνει τις €100.000, τριών ετών αν υπερβαίνει τις €200.000.
  • Ν2960/2001 άρθρο 155:
    Λαθρεμπορία αξιόποινη θεωρείται μια σειρά από παράνομες ενέργειες της α. ε. που βεβαιώνονται από τις τελωνειακές αρχές: εισαγωγή-εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται σε φόρους/δασμούς που εισπράττονται από τα τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια τους ή που αποσκοπεί στην αποστέρηση του Δημοσίου από τους ανωτέρω φόρους και δασμούς. Ποινές: τουλάχιστον έξι μηνών, αν όμως οι φόροι κλπ υπερβαίνουν τις €150.000 επιβάλλεται κάθειρξη 5-20 ετών.
    Και εδώ έχουμε περίπτωση όπου η απόπειρα τιμωρείται όπως η τελεσθείσα πράξη
  • Α.Ν. 86/1967 άρθρο 1:
    Η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών θεωρείται και αξιόποινη πράξη. Ποινές: τουλάχιστον τρεις μήνες, αν το ύψος των εισφορών υπερβαίνει τις €20.000 (επί εισφορών εργοδότη) η τις €10.000 (επί εισφορών εργαζομένου)

3. Ποινικά, μπορεί να τιμωρηθεί μόνο η ίδια η ανώνυμη εταιρεία και όχι οι εκπρόσωποί της; Και αν όχι, για ποιο λόγο;

Το μεγάλο νομικό δίλημμα.
Έχει υποστηριχθεί σθεναρά η άποψη πως, αν επιβάλλονταν (ακόμα και σημαντικές) ποινικές κυρώσεις κατά μόνο του νομικού προσώπου της εταιρείας, θα μπορούσαν ευκολότερα να αποτραπούν ενέργειες που οδηγούν στην τέλεση αξιόποινων πράξεων εκ μέρους της. Επειδή, φυσικά, η ανώνυμη εταιρεία δεν μπορεί να φυλακιστεί, θα μπορούσαν να προβλεφθούν ποινές που να αφορούν στο ίδιο το νομικό πρόσωπο και όχι στα φυσικά πρόσωπα που την διοικούν, όπως η ανάκληση της αδείας λειτουργίας της ή η διακοπή της λειτουργίας της για χρονικό διάστημα.
Η επιβολή ποινικών κυρώσεων κατά των φυσικών προσώπων που την διοικούν, προσκρούει, σχεδόν πάντοτε, στο μεγάλο θέμα του ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ του προσώπου που πράγματι διέπραξε και άρα πράγματι ευθύνεται για την αξιόποινη εταιρική δραστηριότητα.
Με την επιβολή ποινικών κυρώσεων, ακόμα και συλλήβδην σε όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρείας, πλήττεται μια σειρά προσώπων που, συνήθως, καμία ευθύνη δεν φέρουν για το αδίκημα που τελέστηκε (δείτε επί μεγάλων και πολυάνθρωπων εταιρειών με πληθώρα τμημάτων, καταστημάτων κλπ).

4. Η ποινική τιμωρία των νομίμων εκπροσώπων μιας ανώνυμης αφορά στην πραγματική ευθύνη του για την τελεσθείσα αξιόποινη πράξη;

Δυστυχώς, όχι πάντα.
Υπάρχουν πολλές δικαστικές αποφάσεις και μάλιστα ανωτάτων δικαστηρίων, οι οποίες επιρρίπτουν την ποινική ευθύνη στους νομίμους εκπροσώπους της ανώνυμης, ακριβώς επειδή είναι νόμιμοι εκπρόσωποι, με τυπική δηλαδή μνεία της ιδιότητας τους. Πρόκειται για μια εύκολη λύση στην οποία καταφεύγει πολλές φορές η Δικαιοσύνη, επιρρίπτοντας, δογματικά, τεκμαρτή ποινική ευθύνη στο πρόσωπο ενός προέδρου ή διευθύνοντος συμβούλου, χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό αν πράγματι διέπραξε αυτός την αξιόποινη πράξη, αν βοήθησε στην τέλεσή της ή έστω αν την γνώριζε. Υπάρχουν δε και αποφάσεις οι οποίες θεώρησαν ως ποινικά υπεύθυνα και καταδίκασαν όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, αδιακρίτως και μάλιστα, χωρίς ιδιαίτερη και εμπεριστατωμένη δικαιολογία, όπως επιβάλλεται.

5.Πώς δικαιολογείται αυτή η στάση της Δικαιοσύνης, να επιρρίπτει δηλαδή την ποινική ευθύνη της εταιρείας στα φυσικά πρόσωπα που ασκούν την διοίκηση της;

Η στάση αυτή είναι, εν πολλοίς, δογματική και στηρίζεται στην νομική θεωρία της θέσης εγγύησης: ορισμένα διευθυντικά στελέχη επιχείρησης (π.χ. διευθύνων σύμβουλος) είναι, ως εκ της θέσεως τους, εγγυητές της ασφάλειας ορισμένων εννόμων αγαθών (μεταξύ των οποίων και η δημόσια περιουσία) έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αποτροπής κάθε προσβολής τους. Εάν η υποχρέωση τους αυτή παραβιαστεί, τότε ευθύνονται σαν ΑΥΤΟΥΡΓΟΙ της παραβίασης, του εγκλήματος.

Κατά την άποψή μας, η θέση αυτή είναι, εκτός από άδικη, και ξεπερασμένη.
Ξεπερασμένη, λόγω του μεγέθους και των συνεχώς μεταβαλλόμενων συνθηκών λειτουργίας των εταιρειών και μάλιστα των ανωνύμων. Δεν μπορεί νόμος του 1950 να διέπει την ποινική ευθύνη των εταιρειών έναντι του Δημοσίου, όσες τροποποιήσεις (μπαλώματα, ας μας επιτραπεί η έκφραση) κι αν υποστεί.
Επικίνδυνη, αφού, ελλοχεύει ο σοβαρός κίνδυνος, αυτός που τέλεσε, συμμετείχε ή και γνώριζε την αξιόποινη πράξη να μείνει ατιμώρητος και ο (αδαής περί το έγκλημα) νόμιμος εκπρόσωπος να τιμωρηθεί ποινικά (ακόμα και κάθειρξη, όπως είδαμε) και φυσικά να υποστεί και τις λοιπές δυσμενέστατες συνέπειες (απόσυρση εμπιστοσύνης από τους μετόχους προς το πρόσωπο του, καταγγελία της σχέσης εργασίας του, αμαύρωση της καριέρας του κλπ.).

6.Μπορούν οι εκπρόσωποι της εταιρείας να αποφύγουν την ευθύνη και πως;

Με δεδομένη την θέση της νομολογίας (των αποφάσεων των δικαστηρίων, δηλαδή) αλλά και της κρατούσας νομικής θεωρίας υπέρ της ποινικής ευθύνης των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας και όχι του ίδιου του νομικού προσώπου, συνιστούμε ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΟΧΗ στις διοικήσεις των ανωνύμων εταιρειών (ειδικά σήμερα, με την άκριτη αυστηροποίηση των νόμων, τον απόλυτα εισπρακτικό τους χαρακτήρα και την πολυπλοκότητα των ίδιων των επιχειρήσεων) με την θέσπιση ουσιωδών κανόνων και διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου, σε συνεργασία με έμπειρους νομικούς, ώστε, σε περίπτωση τέλεσης αξιόποινης πράξης κατά του Δημοσίου κλπ, να μπορεί να εντοπιστεί ο πραγματικά υπεύθυνος, ο αυτουργός και οι τυχόν συνεργοί και να οδηγηθούν αυτοί στην Δικαιοσύνη, προκειμένου να απαλλαγούν τα όργανα της διοίκησης της εταιρείας, εφόσον, φυσικά, δεν έχουν διαπράξει ούτε συμμετείχαν ούτε τελούσαν σε γνώση της αξιόποινης πράξης.

Άγγελος Λάμπρου – Partner

(σκέψεις και στοιχεία με αφορμή την μελέτη του Συναδέλφου κ. Σταύρου Ούρσογλου που δημοσιεύθηκε στο ΝοΒ.τ. 64/5)